ΜΑΝΩΛΗΣ ΒΑΝΔΩΡΟΣ
 
Εκείνες οι λίγες λέξεις
εκατό ζωές
εκείνες οι παύλες της σιωπής
να τον διατρέχουν όπως ο θάνατος
μέσα στα χαμηλά φώτα της πολιτείας
τριγυρίζοντας σε πλατείες γεμάτες ομίχλη
και συνομιλώντας με πρόσωπα που περιφέρονταν
σαν κεφάλια κρεμασμένων σε ικρίωμα
πολέμησε εκείνες τις ασήμαντες αιτίες που δίνουν χαρά
κι αγκάλιασε την παγωμένη πνοή του ανέμου
προσπαθώντας να την θερμάνει με λέξεις
οι γνώσεις του ξετυλίχτηκαν σαν κουβάρι κλωστής
και πίστεψε στις αχτίδες του ήλιου
τώρα γυρίζει σέρνοντας τις πέτρες του δρόμου στην ψυχή
τρώει κίτρινες αναμνήσεις
 αναπνέει τα σύννεφα
καγχάζει με βλέμμα τρελλού καρφωμένο
στην πληγή που δεν θα κλείσει
και που ο θάνατος θα είναι ένα σημείο
ανεπαίσθητο
και μια χρονική στιγμή
αθόρυβη
όμοια με τις τόσες άλλες.
 
Το ίδιο πλέγμα
μοναξιάς
το ίδιο γύρισμα
άσκοπο
και πίσω από θάμνους να θάβονται αστέρια
πίσω από παιδικές ψυχές δηλητήριο
κι εσύ ένα κουβάρι
εγώ μια βελόνα
η γυναικεία φωνή ένα υφαντό χωρίς
 κλωστές
και το κεφάλι των αγοριών
μια σφαίρα μια σφύρα
τα πύρινα γλωσσίδια των μάγων
έγιναν είδη πολυτελείας
και οι χαρτοσακούλες βόμβες
όλα γέμισαν από θόρυβο
ο αέρας λέξεις
το παράπονο άνθρωπος
όλα πάψαν να υπάρχουν
και ζουν μέσα σε γραμμές τραίνων
σε τενεκεδένια σπίτια
και τα μάτια κοιτάζουν και δεν βλέπουν
και τα χείλη μιλούν και δεν ακούγονται
φωνάζετε και δεν σας ακούμε
η βοήθεια υπήρχε σαν λέξη
τώρα ο καπνός έγινε συμπαγής
τον κόβεις με το μαχαίρι
η θάλασσα έμεινε μια στίβα αλάτι
και τα χέρια των παιδιών
αρπάγες που κυκλώνουν και πνίγουν
πνίγουν και προχωρούν
μεταμορφωμένα σ' εφιαλτικά σχήματα
σε σκιές σε όνειρα σε τρόφιμα
οι σχέσεις διατυπώθηκαν σε γραμμές
η φιλία υπήρξε η μοιραία πόρνη
κάποτε θα βαδίσω στον ίδιο δρόμο
θα κολλήσω τη σάρκα μου
στα ζεστά ντουβάρια των σπιτιών
θα φάω πέτρες από τα πάρκα
θα καλύψω με τον χρόνο
τα φύλλα που σαπίζουν στο χώμα
και θα ονειρευτώ πως υπάρχει
ένα χάδι
που ταξιδεύει με ασανσέρ
και μυρίζει φτηνό άρωμα
σε παλιό εβραϊκό κτίριο
ξεχασμένο
θα το φιλήσω
κι αν εσύ γελάσεις
εγώ θα δακρύσω
αν στα πάρκα πιάσει βροχή
θα την μαζέψω και
θα στη δωρήσω
σε παλιά σκουριασμένα τενεκεδάκια
μνήμες από πλατείες γεμάτες χώμα
εσύ θα φύγεις όταν ο χρόνος θα φτάσει
όπως τόσες φορές στις έντεκα
και θα προσμένω να σε ξαναφέρει
ξανά το μεσημέρι
με ξανθά μαλλιά ένα λουρί σκύλου
μια φιλενάδα και δεκατρία χρόνια
όλα σαπίζουν πια
τ' αυτοκίνητα τα πεζοδρόμια τα καταστήματα
οι έμποροι σαλεύουν μέσα σε τόπια υφασμάτων
οι βάρκες κινούν τα κουπιά μόνες τους και φεύγουν
ο γερο-πατέρας του φίλου μου
προφήτευε πάλι πολέμους
μπήκα μέσα στη φωτιά πήρα τα δύο μάτια
στα χέρια μου
τα κοίταξα και ήταν ψημένα
πηλός τα κάλυπτε
και τα μαλλιά ήταν σύρματα
τα χέρια μάτωσαν
εσύ δεν ξέρεις απ' αυτά
αλλά το πρωί ο ήλιος μπαίνει μέσα μου για να
κρυφτεί
και τον σέρνω μαζί μου ως την κορυφή των
βουνών
δεν αντέχω πια αυτούς τους δρόμους να σε
κυνηγούν
μ' αστέρια στις τσέπες και φλούδες από δέντρα
μάσησα χώμα και φύτρωσα μια ανάμνηση
έγινε κίτρινη πώς δεν θέλω να μαραθεί
όλα τελειώνουν κάποτε
ή τελειώνουμε και οι άλλοι συνεχίζουν
γιατί δεν βρίσκεις το κουράγιο
να τους φωνάξεις πως το παράθυρο
είναι κλειστό
κι εσύ αυτοκτόνησες όταν το άνοιξες
η θεία λέει πάντα τα ίδια και τα ίδια
βάφει κόκκινα μαλλιά και
τα μάτια της είναι μπλε σαν ενυδρείο
το βουνό που έχω μέσα μου θέλει να κατολισθήσει
και να τα σκεπάσει όλα
με τα μπλε μάτια τα κόκκινα μαλλιά
φοβάμαι    όχι πια
κουράζομαι να γυρνώ στους ίδιους δρόμους
με τα ίδια βήματα
μέσα σε τόσους ψυχρούς τοίχους
 
 
Η θάλασσα κολυμπά μέσα στο βλέμμα σου
η φυλωσιά χαμήλωσε και κάηκε
τα πουλιά αυτοκτόνησαν κόβοντας με ξυραφάκια
τα ράμφη τα ποδαράκια τις φτερουγίτσες
τα γλυκά λόγια έμειναν κολημμένα σε
λάστιχα λεωφορείων
τα κουκούτσια των πορτοκαλιών εργοστάσια
λιπασμάτων
οι σκουπιδιάρησες αρκουδιάρηδες
οι αρκούδες κομπιούτερς
όχι δεν θα 'ρθω
όχι δεν ξέρω πού θα πάω
όχι δεν υπάρχει ροζ χρώμα στα βουνά
θάφτηκε όπως τόσα άλλα πράγματα κι αυτό
μη μου μιλάς
μη μου μετράς τα δάκρυα
το κεφάλι σου είναι πράσινο
τα μάτια σου λίμνες
τα δόντια σου τροχοί εργοστασίου
είσια ενέργεια
μη με αγγίζεις
θα ηλεκτροπληγώ
είμαι ένας κόκκος που τον πατάς
είσαι το σίδερο που μου στριφογυρνάν στο κρανίο
πάψε πια
υπάρχουν σταγόνες
υπάρχουν βάρκες
ξεραμένες
σάπιες
δεν μπορώ πια να φύγω δεν μπορώ πια να μείνω.
 
 
Αφές που χύνονται από τα χέρια
και βαλσαμώνονται σε σκιές
λέξεις που τρύπησαν κάποτε το κρανίο
και μένουν πληγωμένες στο στερέωμα
μάτια που πάγωσαν στο κοίταγμά τους
χιόνια αναλλοίωτα
σε βασανιστικές ρυτίδες
χρόνια που καρφώθηκαν
στα σπλάχνα
και βάρκες που βούλιαξαν
να λυτρωθούν
 
Θα σταθώ στη γωνιά
εκείνου του έρημου δρόμου
δίπλα στο εγκαταλειμμένο μαγαζί
που εμπορεύεται τον θάνατο
ώσπου να 'ρθη
όρθιος
όρθιο να με συνοδεύσει
στην πλατεία με τα κίτρινα πλατάνια
στην πλατεία με τα σάπια παγκάκια
όπου ανθούν οι άσπρες ρίζες
κι αναστενάζουν ξεραμένα κόκκαλα πεθαμμένων
απο κεί θα μπω στο τραίνο
για τις βρώμικες συνοικίες
για την κλαμμένη εξοχή
τα δάκρυά μου θα κατρακυλάν
όπως οι ρόδες πάνω στις ράγες
οι στάλες θα πολεμούν τις ηλιαχτίδες
θα φορώ καπέλλο
πουκάμισο γραβάτα
αυστηρό ύφος ανέκφραστο
όπως ο θάνατος
όταν ταξιδεύει
β' θέση σε τραίνο των επαρχιών
 
Παίρνω το μυαλό μου
το ακουμπώ στο τραπέζι
το σφυρί το μαχαίρι
κομμάτι κομματάκι
το κτυπώ το συνθλίβω το λυώνω
το μυαλό μου
μια νερουλή παγωμένη
ουσία
σε σχήμα λεκέ
στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού
το σφυρί το μαχαίρι
κομμάτι κομματάκι
ξανά
μια ουσία άοσμη σαν τίποτε
άγνωστη
το μυαλό μου
στο τραπέζι ένας λεκές
παχύρευστος εμετικός
τον αποστρέφονται
τα μάτια τα μηρμύγκια οι πόρνες
ένας λεκές που δεν καίει
όταν τον αγγίζεις
μια σούπα άνοστη όταν
την γεύεσαι
λεκέ μου
μυαλό μου
σε βράζω με τα δάκρυά μου
σ' αλατίζω με τον ιδρώτα μου
κι εσύ σαλεύεις
και γίνεσαι
κλάμμα μωρουδιακό.
 
 
Αυτή τη φορά όταν θα 'ρθης
θα είσαι τρομακτική
με πράσινα μάτια
ν' αφρίζουν
με κόκκινα δόντια
να ξερνούν
δηλητήρια
με μαλλιά φίδια
να σφυρίζουν τα μίση
της ψυχής μου
θα μ' αρπάξεις σαν πέταλο παπαρούνας
σαν φλούδα λεύκας
δεν θα λυπηθείς τους λυγμούς μου
δεν θα μερώσεις τους σπασμούς μου
θα με σύρεις σαν φύλλο
ροδακινιάς
σαν άνθος καπνού
εκεί που δεν θα πήγαινα
γιατί γέμιζα την κοιλιά μου
κουρέλια
δε θα έχω τύχη πια
να γλυτώσω
η ερημιά θα εκτείνεται
και πέρα από τον Σταθμό
πάνω από τα βουνά
μέσα στη θάλασσα

να χωρούσα
σ' ένα μηρμύγκι.

 
'Οταν θα έχουν ξεραθεί
πια οι μνήμες
μ' εκείνο το ασίγαστο μεγαλείο
που διακρίνει
τα νεκρικά
και τα τυχοδιωκτικά φύλλα
θα μπω σε μία
βαλίτσα
με τα υπάρχοντα οστά μου
και φτωχός θα ταξιδέψω
για το αντικρινό
πεζοδρόμιο
της οδού Αριστοτέλους.