Ο  ΝΑΥΑΓΟΣ
 
<< Στην αρχή, όταν είδα λίγα μαύρα σύννεφα στον ουρανό,  μόνο ένας μικρός φόβος σφηνώθηκε σε μια γωνιά του μυαλού μου. Δυστυχώς μόνο σε μια μικρή γωνιά. Και ο φόβος μου βγήκε αληθινός. 'Ηξερα ότι αυτό που κάνω είναι παρακινδυνευμένο. Κανείς δε βγαίνει μόνος στ' ανοιχτά και μάλιστα για τι; Για ψάρεμα. 'Ολοι οι ναυτικοί ξέρουν πόσο μπαμπέσα κι άτιμη είναι η θάλασσα. Μπορεί να φαίνεται ήρεμη κι άκακη, αλλά μέσα της να κρύβει ένα θεριό.
'Οταν η καταιγίδα άρχισε, όλα έγιναν πολύ γρήγορα, αλλά εμένα μου φάνηκαν σαν αιωνιότητα. Η βάρκα άρχισε να ταρακουνιέται και να σκαμπανεβάζει σαν τρελή. Σα να θύμωσε μαζί της η θάλασσα, ή ο Θεός, και την πετούσε απο κύμα σε κύμα. "Είμαι χαμένος" αναφώνησα τότε. Το 'ξερα πως μόνο από θαύμα θα σωνόμουν. 'Οταν η βάρκα μου, αυτή η μικρή, η τιποτένια βαρκούλα, έγινε κομμάτια, εγώ έμεινα μόνος κι απροστάτευτος στη μέση του πελάγου. Στο έλεος της θάλασσας, στα χέρια του Θεού. Πάλευα με κύματα - γίγαντες που νόμιζα πως με μισούσαν. Με  κύματα ζωντανεμένα από ανεκπλήρωτα όνειρα, κατάρες, προσωπικές νεμέσεις. Μανιασμένα με πετούσαν ψηλά, ως τα ουράνια, κι έπειτα με βύθιζαν στον πάτο.
Είδα, για μια φευγαλέα στιγμή, όλη μου τη ζωή σαν σε ταινία. Είδα τον εαυτό μου μικρό, τότε που η μάνα μου ζούσε ακόμα κι έλαμπε -ω, πόσο έλαμπε !- γεμάτη υγεία, να φτιάχνει κουλουράκια με καρύδια και μέλι. Μετά το σκηνικό άλλαξε, είδα την Ειρήνη, την Ειρήνη που μου 'κλεψε την καρδιά με τα χίλια χαμόγελα, τα πλούσια μαλλιά κι εκείνα τα εκφραστικά, τόσο ανθρώπινα μάτια, που όμως δεν είχαν  κανένα σκοπό. Η Ειρήνη, που με τις οξυμένες αισθήσεις τις αναπλήρωνε την όρασή της και καταλάβαινε τον κόσμο τόσο ξεχωριστά γιατί έβλεπε κατευθείαν στην ψυχή των ανθρώπων. Είδα αυτήν, την Ειρήνη, που μου κουνούσε το μουσκεμένο από τα δάκρια μαντίλι της στο σταθμό απ' όπου το τρένο μας έπαιρνε και μας πήγαινε στον πόλεμο.
Οι επόμενες εικόνες ήταν από τη θαλασσινή ζωή μου, αφού είχα πια συνέλθει από τον τόσο άδικο θάνατο της Ειρήνης πάνω στη γέννα της, στη γέννα που θα έφερνε στον κόσμο το γιο μου, αν ο Θεός δεν τον έπαιρνε κοντά Του, μαζί με τη μητέρα του. 'Ηταν εικόνες χρυσών δειλινών πάνω από την απεραντοσύνη της θάλασσας, στης οποίας το βυθό ακουμπούσα τώρα. Είδα τα ψάρια, τα φύκια, τα κοχύλια -εικόνες που, όπως συνειδητοποίησα, δεν ανήκαν στις αναμνήσεις του παρελθόντος- και μετά μια ηρεμία,  μια γαλήνη κι ένα κατάλευκο φως με κυρίευσαν. "Αυτός θα γίνει ο τάφος μου ; Αυτή η υγρή κατάρα ; " σκέφτηκα απελπισμένος πια.
'Ολος ο κόσμος γύρω μου θόλωσε κι από τότε όλα είναι σαν σε όνειρο. 'Οταν το σχεδόν άψυχο και παγωμένο, σμπαραλιασμένο κορμί μου ακούμπησε στα βράχια του ερημονησιού και οι ζεστές ακτίνες του ήλιου με χάιδεψαν σαν καλές νεράιδες, η μόνη λέξη που τριβέλιζε το μυαλό μου, και η πρώτη που βγήκε από τα ξεραμένα μου χείλια ήταν : "θαύμα, θαύμα, θαύμα" ...
Ναι, πιστέψτε με : είχα πάει στον παράδεισο. Εκεί που άγγελοι περπατούν στα μπουζάτα σύννεφα, που άγιοι σουλατσάρουν, εκεί που είναι ο Θεός, δοξασμένο τ' όνομά Του, εκεί πήγα κι εγώ, είμαι σίγουρος. Αλλά ο Αϊ-Νικόλας μου είπε πως δεν είναι ακόμα η ώρα μου να πάω εκεί και με ξανάστειλε κάτω.
Βρέθηκα στην αμμουδιά ενός νησιού, χωρίς δέντρα, πουλιά, οτιδήποτε άλλο εκτός από βράχια.
Περιμάζεψα όσες δυνάμεις μου  'χαν απομείνει και τις ξόδεψα στην προσευχή. 'Οσες μέρες πέρασαν από τότε, δεν ξέρω πόσες είναι, πέντε, δέκα, εκατό, τις πέρασα χωρίς φαγητό ή νερό. Μόνο με ήλιο κι ελπίδα.
Και μετά ήρθατε εσείς, ο Θεός να σας έχει καλά, παιδιά μου. >>  Κι ο μπάρμπα - Νικόλας που τόση ώρα μονολογούσε έγειρε στο βράχο του κι αποκοιμήθηκε. Για πάντα. Κι επέστρεψε στον ουρανό. Και τα καβούρια στα οποία τόση ώρα μιλούσε, χώθηκαν κι αυτά στις φωλιές τους.
 
 
 
                    ΤΕΛΟΣ